Έλληνες τσιγγάνοι

 

Πάρκαρα το αυτοκινούμενο τροχόσπιτο στο κέντρο του οικισμού, πήγα πίσω να πάρω το σάκο με τις μηχανές, άνοιξα τη συρόμενη πλαϊνή πόρτα και πήδηξα έξω. Ήδη μια ομάδα από πιτσιρίκια και γυναίκες κατευθυνόταν  προς το μέρος μου. Με έφτασαν και κοίταξαν με περιέργεια το εσωτερικό του αυτοκινήτου.

  • Τι πουλάς θείο?
  • Δεν πουλάω.
  • Δε μπορεί. Πως δεν πουλάς με τέτοιο αμάξι, δεν έχεις τίποτε να πουλήσεις?

 

Πάσχισα να τους πείσω, και αμφιβάλλω αν το κατάφερα, πως αυτό το αυτοκίνητο δεν είτανε γιά εμπόριο αλλά γιά διαμονή. Κατάλαβα όμως πως γιά τους Τσιγγανους το ερώτημα αυτό ήταν απόλυτα λογικό. Κουβαλάνε τόσους αιώνες «εμπόριο» που δεν μπορεί παρά να θεωρούν εμπόρους όλους όσους ταξιδεύουν και κυρίως με αμάξια πoυ μπορεί να χωρέσουν και εμπορεύματα. Τι περίεργη ιδέα να ταξιδεύει κανείς χωρίς να πουλάει. Τσάμπα το ταξίδι.

 

Η φωτογραφική μου δουλειά κινείται γύρω από τις αντιφάσεις που διαπιστώνω μέσα στις κοινότητες των Ελλήνων Τσιγγάνων, από τη χαρά στην απόγνωση, από την αποδοχή στην απόρριψη, από την προσαρμογή στην περιθωριοποίηση και από τον δυναμισμό στην εγκατάλειψη. Οι αντιφάσεις αυτές σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να είναι και μια μικρογραφία αυτών που συναντώνται στη πιο ευρύτερη κοινωνία.

 

Χάρης Διαμαντίδης / Ιούνιος 2009